ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ

الأربعاء، 25 أغسطس 2010

Ερρίκος Ντυνάν, 1828-1910 (Henry Dunant)


Στις 8 Μαΐου του 1828, γεννήθηκε ο Henry Dunant, ο ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού. Λίγο μετά το 1922, η μέρα αυτή ανακηρύχθηκε μέρα αφιερωμένη στο Διεθνή Ερυθρό Σταυρό. Το όνειρο του Dunant ήταν να εμποδίσει και να απαλύνει την ανθρώπινη οδύνη, χωρίς καμία διάκριση. Ο Dunant ακόμη και σήμερα παραμένει ένας μυστηριώδης άνθρωπος με τρομερή δύναμη βούλησης. Η ζωή του είναι ένας συνδυασμός αντιθέσεων. Ο ίδιος γεννήθηκε εύπορος αλλά πέθανε φτωχός.

Αφιέρωσε τη ζωή του στην καταδίκη της δουλείας και της διαμάχης μεταξύ των κρατών, ίδρυσε τον Ερυθρό Σταυρό, αλλά όταν το 1901 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης, υπήρξε έντονη διαμάχη, καθώς η σχέση του με τον εύπορο και καταξιωμένο τότε Ερυθρό Σταυρό είχε ξεχαστεί.

Γεννήθηκε στη Γενεύη. Η ιδέα της φιλανθρωπίας ήταν έντονη μέσα στην οικογένειά του. Ο πατέρας του ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας και άνδρας με επιρροή. Η μητέρα του ήταν μια ευγενική και ευσεβής γυναίκα.

Σαν αγόρι συνήθιζε να περνά την ώρα του κυρίως μελετώντας και κάνοντας μοναχικούς περιπάτους στην εξοχή γύρω από τη Γενεύη. Καθώς μεγάλωνε, διέθετε τρομερό προσωπικό μαγνητισμό .

Σαν νέος, ενδιαφέρθηκε για το έργο τριών διακεκριμένων γυναικών: της Harriet Beecher Stowe (η μικρή συγγραφέας του μεγάλου βιβλίου «Η καλύβα του μπάρμπα Θωμά», όπως είχε πει χαρακτηριστικά για αυτήν ο Ουάσινγκτον), της Florence Nightingale και της Elizabeth Fry. Επηρεασμένος βαθιά από το βιβλίο αυτό της Harriet Beecher Stowe, ανέπτυξε μίσος για τη δουλεία και το 1853 συναντήθηκε στη Γενεύη με τη διάσημη πια συγγραφέα. Όπως έγραψε αργότερα ο Dunant, «Η επίδραση της γυναίκας είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ευημερία της ανθρωπότητας και θα γίνει ακόμα σημαντικότερος με το πέρασμα των χρόνων».

Στα πρώτα χρόνια της ωριμότητάς του διοχέτευσε την ενεργητικότητά του συμμετέχοντας ενεργά σε διάφορα κινήματα και ομάδες. Είναι γνωστό ότι ήταν Μασόνος και ότι σε όλη του τη ζωή προσπάθησε να ενσαρκώσει την 3η αρχή της Μασονίας, που δεν είναι άλλη από την «Προσφορά της αδερφικής και φιλανθρωπικής αγάπης».

Εκείνο το διάστημα προσπάθησε να πετύχει την ένωση Χριστιανών και Εβραίων, προωθώντας την παγκόσμια ειρήνη (κάτι αρκετά έντονο την εποχή εκείνη στην Ευρώπη). Έγινε μέλος μιας οργάνωσης στη Γενεύη, γνωστής τότε ως «League of Alms». Ο σκοπός της ομάδας αυτής ήταν να φέρει πνευματική και υλική υποστήριξη στους φτωχούς, τους άρρωστους και τους βασανισμένους. Επίσης επισκεπτόταν συχνά τη φυλακή της πόλης, όπου βοηθούσε στην αναμόρφωση των φυλακισμένων.

Έως τα 30 του χρόνια ενδιαφερόταν για ένα κίνημα στην Ελβετία, τη Γαλλία και το Βέλγιο με το όνομα «The Young Men’s Christian Union» ή «YMCA». Χάρις σε αυτόν πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της ομάδας αυτής στο Παρίσι το 1855 (σαν προέκταση της αντίστοιχης ομάδας στην Αγγλία).

Η ομάδα της YMCA μοιάζει πολύ με τη Μασονία όσο αφορά τις Αρχές της, παρόλο που διαφέρουν στο όνομα. Σε ένα γράμμα του στις 5 Νοέμβριου του 1920, ο Βενεδικτίνος XV (όπως καταγράφηκε από τον Monsigneur Jouin, op.cit., p. 28) , δήλωσε: «Η YMCA έχει ως σκοπό να εξαγνίσει και να διαδώσει μια τελειότερη γνώση της αληθινής ζωής, τοποθετώντας τον εαυτό της πάνω απο όλες τις Εκκλησίες κι έξω από κάθε θρησκευτική αρμοδιότητα».

Το 1851 εντυπωσιάστηκε από τη δήλωση του Victor Hugo στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού, όταν ο διάσημος συγγραφέας και γνωστός Μασόνος, προέβλεψε ότι : «Θα έρθει μια μέρα που δε θα υπάρχουν πεδία μάχης, αλλά αγορές ανοιχτές στο εμπόριο και μυαλά ανοιχτά σε ιδέες. Η μέρα θα έρθει που οι βόμβες θα αντικατασταθούν με ψήφους, από την παγκόσμια επιδοκιμασία, από τη σεβαστή διαιτησία μιας Ανώτατης Γερουσίας που θα είναι για την Ευρώπη ό,τι ακριβώς είναι το Κοινοβούλιο για την Αγγλία».

Παράλληλα με την αφοσίωσή του σε αυτούς τους σκοπούς, επέκτεινε τη δράση του στον επαγγελματικό τομέα. Το 1849 διορίστηκε στην τράπεζα της Γενεύης. Η πρόοδός του ήταν τέτοια, που το 1853 διορίστηκε προσωρινά σαν γενικός διευθυντής στη θυγατρική επιχείρηση της εταιρίας του στην Αλγερία. Αργότερα ξεκίνησε μια δική του επιχείρηση.

Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να αναζητήσει τον Ναπολέοντα τον 3ο για επιχειρηματικούς λόγους. Έτσι αναγκάστηκε να μεταβεί στη Βόρεια Ιταλία, γιατί ο Ναπολέοντας ο 3ος βρισκόταν εκεί για πόλεμο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα στις 25 Ιουνίου του 1859 να ζήσει από κοντά το θλιβερό τέλος της μάχης του Σολφερίνο, στη Λομβαρδία. Η μάχη αυτή ήταν ιδιαίτερα αιματηρή, με χιλιάδες τραυματίες που αφέθηκαν στο πεδίο της μάχης νεκροί, ετοιμοθάνατοι ή απλά τραυματισμένοι. Όταν επέστρεψε στη Γενεύη, έγραψε το βιβλίο του «Μια ανάμνηση από το Σολφερίνο». Το βιβλίο τυπώθηκε με δικά του έξοδα, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και κυκλοφόρησε στους ηγέτες των εθνών και σε πολιτικούς που ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ευρώπη.

Σαν άνθρωπος, μπορούσε να διεγείρει τον ενθουσιασμό με τον τρόπο που έγραφε και μιλούσε κατ’ ιδίαν. Δεν ήταν καθόλου οργανωτικός. Η ηθική του ενέργεια τον έκανε πρόδρομο και ιδρυτή του Ερυθρού Σταυρού. Αγωνίστηκε για να ανακουφίσει την ανθρωπότητα από τον πόνο που η ίδια έχει επιβάλει παγκοσμίως στον εαυτό της. Ο Dunant ταξίδεψε σε πολλές σημαντικές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Όλες οι πόρτες ήταν ανοικτές γι� αυτόν και μπορούσε να μιλάει αμέσως με ανθρώπους που είχαν επιρροή. Όλοι οι ευγενείς τον άκουγαν με σεβασμό, καθώς τους εξέθετε τις προτάσεις του, καταφέρνοντας να συγκινήσει τις καρδιές τους και να ανυψώσει τη δική του συνείδηση αλλά και τη συνείδηση της τότε Ευρώπης.

Ο Dunant ήθελε να ιδρύσει έναν οργανισμό για να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο. Έτσι, το 1862 έστειλε στον Gustave Moynier, πρόεδρο της Εταιρίας της Γενεύης για τη Δημόσια Ευημερία, ένα αντίγραφο του βιβλίου του «Μια ανάμνηση από το Σολφερίνο». Στο βιβλίο αυτό δήλωνε : «την υιοθέτηση μιας διεθνής και ιερής αρχής από όλα τα πολιτισμένα έθνη, η οποία θα διασφαλιζόταν και θα ξεκινούσε να ισχύει από μια συνθήκη που θα γινόταν ανάμεσα στα έθνη. Αυτή θα διασφάλιζε ότι όλοι, αξιωματούχοι ή μη, θα περιέθαλπαν τα θύματα του πολέμου». Στις 9 Φεβρουαρίου του 1863 ο Gustave Moynier τον κάλεσε σε μια ειδική συνάντηση στην Εταιρία για τη Δημόσια Ευημερία στη Γενεύη. Ο Dunant είπε στα 14 άτομα που ήταν παρόντα, ότι σκοπός του ήταν να ιδρύσει έναν οργανισμό για εθελοντές νοσοκόμους για το πεδίο της μάχης. Μετά τη συνάντηση αυτή, αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Διεθνή Επιτροπή για την Ανακούφιση των Τραυματιών Πολέμου. Ο Guillaume Dufour θα ήταν πρόεδρος, ενώ ο Dunant θα ήταν απλό μέλος, μαζί με άλλους τρεις άνδρες. Αυτή η οργάνωση έγινε σύντομα η «Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού». Αυτοί οι πέντε άνδρες οργάνωσαν μια διεθνή σύσκεψη 13 εθνών στην Γενεύη για να συζητήσουν τον τρόπο εξανθρωπισμού των πολεμικών συρράξεων. Στο τέλος της σύσκεψης, στις 22 Αυγούστου, οι αντιπρόσωποι των εθνών υπέγραψαν τη Συνθήκη της Γενεύης, τον Αύγουστο του 1864. Η συνθήκη εξασφάλιζε τη λειτουργία στρατιωτικών νοσοκομείων και ασθενοφόρων σε ουδέτερες ζώνες, τη μη φιλοπόλεμη διάθεση αυτών που περιέθαλπαν τραυματίες κάθε εθνικότητας, την επιστροφή των αιχμαλώτων στη χώρα τους και τη σημαία που ο Ερυθρός Σταυρός θα χρησιμοποιούσε (άσπρη σημαία με κόκκινο σταυρό), για να υποδηλώνει την ουδέτερη ζώνη των ασθενοφόρων, των νοσοκομείων και των κέντρων εκκένωσης στις εμπόλεμες περιοχές. Η συνθήκη έγινε δεκτή από 36 κράτη κι ο Ερυθρός Σταυρός ιδρύθηκε.

Ο Dunant, στην ομιλία του στη Συνθήκη της Γενεύης, ευχαρίστησε την Florence Nightingale. «Σαν ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού και διοργανωτής του διπλωματικού συνεδρίου της Γενεύης, αισθάνομαι υποχρεωμένος να εκδηλώσω το σεβασμό μου. Στη Δεσποινίδα Nightingale αποδίδω όλη την τιμή της ανθρωπιστικής αυτής συνδιάσκεψης. Η δουλειά της στην Κριμαία με ενέπνευσε και πήγα στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1859, για να μοιραστώ τον τρόμο του πολέμου, για να ανακουφίσω την ανικανότητα των θυμάτων, για να καταπραΰνω τη σωματική και ηθική τους κατάπτωση».

Από το 1863 έως το 1864 ιδρύθηκαν πάρα πολλές κοινότητες του Ερυθρού Σταυρού. Το κίνημα επεκτάθηκε και πέρα από την Ευρώπη. Στην Αμερική τον Ερυθρό Σταυρό ίδρυσε η Clara Barton, γυναίκα που εκδήλωνε έντονο ενδιαφέρον στη θεραπευτική, την αστρολογία και τον πνευματισμό.

Το 1863 έφτασε στο ζενίθ της ακτινοβολίας του, διοργανώνοντας συνέδρια και συναντήσεις, και αμέσως μετά (1865 και 1866) χάθηκε από τα σαλόνια της Ευρώπης. Το 1867 αναγκάστηκε να κηρύξει χρεοκοπία, καθώς, από τη μια, είχε επενδύσει όλα του τα χρήματα στο φιλανθρωπικό ιδεολογικό του αγώνα, και από την άλλη, είχε παραμελήσει εντελώς την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Έτσι εγκατέλειψε τη Γενεύη για πάντα, αφήνοντας πίσω του τον Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος καταξιωμένος πια, γρήγορα ξέχασε τον ιδρυτή του.

Τα επόμενα 20 χρόνια έζησε μέσα στη φτώχεια, άγνωστη για αυτόν μέχρι τότε, με το πενιχρό επίδομα κάποιων φίλων του και της οικογένειάς του. Έτσι, έφυγε για τη Γαλλία. Εκεί , με ένα θλιβερό τρόπο, κοιμόταν στα παγκάκια για να επιβιώσει, ενώ παραδόξως, την ίδια στιγμή, η Αυτοκράτειρα Eugenie τον κάλεσε στο παλάτι της. Ήθελε τη συμβουλή του για την επέκταση της Συνθήκης της Γενεύης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Dunant να γίνει επίτιμο μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Αυστρία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, την Πρωσία και την Ισπανία.

Στο Γάλλο- Πρωσικό πόλεμο το 1870, περιέθαλπε τους τραυματίες που έφερναν στο Παρίσι. Τότε εισήγαγε την χρήση της κονκάρδας, για να μπορούν να αναγνωρίζουν τους νεκρούς. Μετά τον πόλεμο , ταξίδεψε στο Λονδίνο για να οργανώσει ένα συνέδριο διπλωματών για το πρόβλημα των αιχματώτων πολέμου. Με δική του πρωτοβουλία έγινε ένα διεθνές συνέδριο στο Λονδίνο για την «οριστική κατάργηση για το εμπόριο της δουλείας», ενώ παράλληλα ταξίδευε σε όλη την Ευρώπη, με τα πενιχρά του έσοδα, μιλώντας κατά της δουλείας.

Το 1887, βρέθηκε στο Heiden, ένα μικρό ελβετικό χωριό, όπου αρρώστησε και κατέφυγε σε ένα τοπικό ξενώνα. Εκεί τον βρήκε το 1890 ένας δάσκαλος του χωριού με το όνομα Wilhelm Sonderegger και πληροφόρησε τον κόσμο ότι ο Dunant ήταν ζωντανός. Ωστόσο, αυτό πέρασε απαρατήρητος. Εξαιτίας μιας αρρώστιας, ο Dunant μεταφέρθηκε το 1892 στο άσυλο του χωριού. Εκεί πέρασε τα υπόλοιπα 18 χρόνια της ζωής του. Ωστόσο, το 1901, τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης. Τότε υπήρξαν κάποιες διαμάχες για το αν θα έπρεπε ο Dunant να πάρει το βραβείο, εφόσον ο Ερυθρός Σταυρός ήταν τότε ένας εδραιωμένος οργανισμός και οι σχέσεις του με τον Dunant είχαν ξεχαστεί. Σε ένα τελικό συμβιβασμό, μοιράστηκε το Νόμπελ με τον Frederic Passy (γάλλο ειρηνιστή).

Παρά τις τιμές και τα βραβεία, συνέχισε να μένει στο χωριό αυτό, ενώ τα χρήματα που αποκόμισε από το Νόμπελ, παρά την πολύ δύσκολη οικονομική του κατάσταση, τα δώρισε μετά το θάνατό του στον Ερυθρό Σταυρό της Νορβηγίας και σε κάποιες άλλες φιλανθρωπικές εταιρίες της Νορβηγίας και της Ελβετίας.

Πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1910.


Στη βιογραφία του ο Dunant εξηγεί για ποιο λόγο αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην προσπάθειά του αυτή: «Το να εμπνεύσω τον τρόμο της εκδίκησης, του μίσους και της καταστροφής, σημαίνει να αναχαιτίσω την απαίσια μάστιγα του πολέμου και ίσως να την εξαλείψω».

Επίσης στο ίδιο βιβλίο αναφέρει πώς συνειδητοποίησε την ύπαρξη των κοινωνικών προβλημάτων:«Σταδιακά, γνώρισα την ατυχία και τη φτώχεια στους ζοφηρούς και άθλιους δρόμους. Στα χαμόσπιτα, που κάποιες φορές έμοιαζαν περισσότερο με στάβλους, είδα ανθρώπους εντελώς στερημένους από εγκόσμια αγαθά και υπέκυψα στο βάρος αφόρητων βασάνων. Τότε συνειδητοποίησα ότι ένας άνθρωπος μόνος δεν μπορεί να δράσει ενάντια σε τόση άσχημη τύχη και ότι καμία ανακούφιση, όσο μικρή και να είναι δεν μπορεί να του δοθεί , εκτός κι αν όλος ο κόσμος ενωθεί σε μία μάχη ενάντια σε αυτήν την τρομερή φτώχεια.»

Ο Victor Hugo έγραψε στον Dunant όταν διάβασε το βιβλίο του «Μια ανάμνηση από το Σολφερίνο»: «Εξοπλίζεις την ανθρωπότητα, υπηρετώντας το σκοπό της ελευθερίας. Καταθέτω φόρο τιμής στις ευγενικές σου προσπάθειες».

Πηγή: http://biographies.nea-acropoli.gr/