Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Παπαγκένο Ερμής

Ο Παπαγκένο Ερμής

Ο Μαγικός Αυλός αποτελεί την πιο πολυπαιγμένη και πιο πολυαγαπημένη όπερα. Συνάμα το αριστούργημα του Μότσαρτ, χάρη στη δραματουργική πολυπλοκότητα και τη μουσική πολυφωνία, παραμένει ένα αίνιγμα, το οποίο καλείται να λύνει κάθε φορά ο θεατής, ο ακροατής και κυρίως ο σκηνοθέτης και ο σκηνογράφος. Μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη βιεννέζικη πρεμιέρα, ο τεράστιος Γκαίτε εντυπωσιάστηκε τόσο βαθιά ώστε διαβλέποντας ότι το λιμπρέτο του Εμάνουελ Σίκανεντερ δεν αξιοποιούσε ισοδυνάμως τη μεγαλοφυή μουσική του Μότσαρτ, άρχισε και ξανάρχισε μερικές φορές να συγγράφει τη συνέχεια του λιμπρέτου «Ο Μαγικός Αυλός, δεύτερο μέρος».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση στον λόγο και στον ήχο της όπερας. Ο καθηγητής Ασμαν (γεν. 1938) δίδαξε Αιγυπτιολογία για 31 χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, ενώ παράλληλα διενεργεί ανασκαφές στο Λούξορ της Ανω Αιγύπτου. Επομένως νομιμοποιείται απολύτως να αναλύσει το λιμπρέτο, με γνώμονα τις αρχαιο-αιγυπτιακές του εμπειρίες. Και όχι μόνο. Αποδεικνύεται συγχρόνως λίαν εγκρατής μουσικολόγος. Διαθέτοντας λοιπόν αυτά τα προσόντα, αλλά και τη βαριά πανοπλία της γερμανικής φιλοσοφίας, παρουσιάζει μια αριστοτεχνική ανάλυση του Μαγικού Αυλού, με αυστηρή ακαδημαϊκή πληρότητα: οι 299 σελίδες του κειμένου συμπληρώνονται με 543 σημειώσεις, που χρησιμοποιούν 266 βιβλιογραφικές πηγές, με εκτεταμένα ευρετήρια ονομάτων, τύπων, όρων, εικόνων και μουσικών έργων. H κάθε πράξη και η κάθε σκηνή της όπερας ανατέμνεται με εντυπωσιακή ακρίβεια, αφενός μεν όσον αφορά το κείμενο, αφετέρου δε στα μέτρα της παρτιτούρας, πολλά από τα οποία παρατίθενται με τα λόγια τους στο κείμενο.

Οι Ελεύθεροι Τέκτονες


Ο συγγραφέας επισημαίνει τις πολυποίκιλες επιδράσεις που έχει δεχθεί Ο Μαγικός Αυλός από τα φαραωνικά στοιχεία και μυστήρια, όπως αυτά ερμηνεύονται από τους Ελεύθερους Τέκτονες στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Αναμφισβήτητα, κάθε αναφορά στον Μαγικό Αυλό μάς θυμίζει μυστηριώδη μνημεία στον Νείλο. Ο κάθε σκηνογράφος της όπερας θα δημιουργήσει μια «αιγυπτιακή» ατμόσφαιρα με ακατανόητα ιερογλυφικά, ογκώδη αρχιτεκτονικά μνημεία, φαντασμαγορική βλάστηση με παπύρους ή σφίγγες, λες και πρόκειται για μια σκηνογραφία της Αΐντας. Οι σκηνογράφοι κατά κανόνα ακολουθούν πιστά τον μεγαλοπρεπή «αιγυπτιασμό» των σκηνογραφικών προτάσεων του κορυφαίου αρχιτέκτονα του κλασικισμού Φρίντριχ Σίνκελ (Βερολίνο 1816).

Ο διαπρεπής αιγυπτιολόγος Ασμαν αποστασιοποιείται ρητά. Ο Μαγικός Αυλός δεν συνδέεται με τον αιγυπτιακό χώρο και τον χρόνο, αλλά με την πνευματική ανάταση και με άυλες αξίες, όπως τα μυστήρια της Ισιδος, που παραπέμπουν σε έναν ουτοπικό κόσμο. Και εδώ αναβλύζει το ερώτημα: σε ποιους απευθύνονταν ο Σίκανεντερ και ο Μότσαρτ; Στους θαμώνες του βιεννέζικου λαϊκού θεάτρου ή στους μύστες της λυρικής τέχνης; Ασφαλώς και στους δύο, εφόσον η μεγαλοφυΐα ενός Μότσαρτ αγγίζει και τους δύο. Επομένως στον Μαγικό Αυλό δεν βρισκόμαστε ούτε στην αρχαία ούτε στη σύγχρονη Αίγυπτο, αλλά σε ένα παλάτι, κάπου σε έναν απροσδιόριστο, απόμακρο τόπο. Ανάλογα φανταστικός πρέπει να εννοείται και ο χρόνος. H όπερα εκτυλίσσεται σε κάποιον μεταβατικό χρόνο, όταν οι μύστες και οι φιλόσοφοι κατέχουν για ένα διάστημα τη δύναμη και την κυριαρχία. Χαρακτηριστικό των παραπομπών σε μιαν άχρονη και ουτοπική Αίγυπτο είναι ότι έξι ημέρες πριν από την πρεμιέρα στη Βιέννη, μια εφημερίδα του μακρινού Αμβούργου ανήγγειλε μια νέα όπερα του Μότσαρτ, με τίτλο «Τα αιγυπτιακά μυστικά».

Τον 18ο αιώνα, τα ιερογλυφικά ειδικότερα και ο αιγυπτιακός ρομαντισμός γενικότερα αποτελούν προσφιλή προσανατολισμό του βιεννέζικου μασονισμού, στον οποίο είχε εγκύψει ο συνθέτης. Σκεφτόταν μάλιστα να ιδρύσει μια νέα στοά, «το σπήλαιο». Ο Μότσαρτ κατά συνέπεια φιλοδοξούσε να φέρει στη σκηνή μια μασονικά αναγεννημένη «μικρή Αίγυπτο», με όλα τα σχετικά σύμβολα. Γενικότερα οι Μασόνοι, τότε, θεωρούσαν τα παλιά μυστήρια των Αιγυπτίων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων ως έναν χρυσό αιώνα, σε αντίθεση με την παρακμιακή, όπως φοβούνταν, εποχή του 18ου αιώνα. Ο Μαγικός Αυλός απευθύνεται όμως στο κοινό, οπότε δεν πρόκειται για εσωστρεφή ελευθεροτεκτονική τελετή αλλά για εξωστρεφές έργο.

Τα Ελευσίνια Μυστήρια

Αν οι φλωρεντινές ακαδημίες του 16ου αιώνα σκόπευαν στην αττική τραγωδία, Ο Μαγικός Αυλός φιλοδοξεί να αναβιώσει τα αρχαιοελληνικά μυστήρια. Σε αυτή τη μυστηριακή αναζήτηση, μίτος της Αριάδνης παραμένει, και τότε και σήμερα, η αξεπέραστη αρχαιοελληνική γραμματεία. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο τη χειρίζεται ο συγγραφέας, προσφεύγοντας σε πλήθος αρχαιοελληνικών εννοιολογικών αναφορών, όπως telete και hieros logos ή epopteuein και theophanie. Ο Παπαγκένο του Μαγικού Αυλού μπορεί να ταυτιστεί με τον Ερμή· τον απόκρυφο δρόμο προς τα Ελευσίνια Μυστήρια ψάχνει ο Ασμαν, μέσω του Διόδωρου, του Πλούταρχου ή του Πλάτωνα.

Οπως αναφέρθηκε, το βιβλίο «Ο Μαγικός Αυλός -όπερα και μυστήριο» αποτελείται από μεγάλο αριθμό επιμέρους φιλοσοφικών, ιστορικών και μουσικών διεισδύσεων, βάσει εκτεταμένων βιβλιογραφικών αναφορών σε διάφορους ερευνητές. Ισως τον μεγαλύτερο έπαινο για αυτές τις βιβλιογραφικές πηγές απονέμει ο Ασμαν στον πολύ Θρασύβουλο Γεωργιάδη, κατά σειρά διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό του ΕΜΠ, γεφυροποιό των ΣΕΚ και μεταπολεμικά κορυφαίο εκπρόσωπο της γερμανόφωνης μουσικολογίας. Ο Γεωργιάδης αναλύει παραδειγματικά μερικές από τις πάμπολλες σκηνές και στιγμές που συνθέτουν το τεράστιο μωσαϊκό του Μαγικού Αυλού. Αυτό όμως το γοητευτικό και μυστηριακό μωσαϊκό δεν καταλήγει σε οριστική ερμηνεία. Ο συγγραφέας προτάσσει στο έργο του μια παρατήρηση του Πέτερ φον Ματ (1991): Ο Μαγικός Αυλός αποτελεί μαζί με τον Αμλετ του Σαίξπηρ και τη «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο ντα Βίντσι, το τρίτο μεγάλο αινιγματικό έργο του πολιτισμού μας.

Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΜΙΧΑΗΛ Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2005
Ο κ. Γιάννης M. Μιχαήλ είναι αρχιτέκτων - πολεοδόμος, παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος της EPA.