Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Συντεχνία (Ελλάδα)

Η συντεχνία αποτελούσε θεσμό οργανωμένο πάνω στα απομεινάρια προηγούμενων εργατικών σχημάτων (των βυζαντινών συστημάτων) και πάνω στις αρχές των ανατολικών αδελφοτήτων των αχήδων. Αποτελούσε βασική παραγωγική μονάδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που έπαιζε παρ' όλα αυτά πολλαπλούς ρόλους στην κοινότητα. Η κάλυψη των αναγκών της κοινότητας, η διατήρηση των μονοπωλίων, και η συνέχιση της παράδοσης αποτελούσαν βασικούς λόγους της υπάρξής της. Τις συντεχνίες (ή ισνάφια από το αραβικό esnaf) στελέχωναν οι σταθερά εγκατεστημένοι τεχνίτες των πόλεων, ενώ διακρίνονταν από τις συντροφίες (ή μπουλούκια) που αποτελούνταν από πλανόδιους τεχνίτες οι οποίοι δεν είχαν σταθερό χώρο εργασίας. Οι διάφορες μορφές του θεσμού, οι τρόποι των ποικίλων οργανώσεών του, η δράση του και η σημαντική επαγγελματική και εμπορική του ανάπτυξη και εξάπλωση, αποτελούν ιδιαίτερα ευρύ θέμα, καθώς στάθηκε μια από τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της ελληνικής προβιομηχανικής κοινωνίας.

Κοινοτικό πνεύμα

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι οικισμοί, τα χωριά και οι πόλεις ανέπτυξαν ένα κοινοτικό πνεύμα που εγγυάτο τη συνοχή τους. Η συνοχή αυτή ήταν αποτέλεσμα των παραγωγικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που αναπτύσσονταν μέσα στην κοινότητα. Την περίοδο αυτή οι Έλληνες επαγγελματίες και έμποροι στήριζαν την κοινωνική τους οργάνωση στις συντεχνίες ή 'ισνάφια[1]. Σε αυτές οι οικονομικές λειτουργίες-δραστηριότητες, (παραγωγή) ξεκινούσαν από την διευρυμένη οικογένεια και βασίζονταν σε μια αρχή κοινοκτημοσύνης που σήμαινε συνιδιοκτησία μέσων παραγωγής, εκμετάλλευση από κοινού της περιουσίας, συνεργασία σε όλες τις δραστηριότητες και κοινωνικοποίηση δηλαδή ίση κατανομή του εισοδήματος. Οι συντεχνίες ρύθμιζαν την ποιότητα των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών, όριζαν τις τιμές και φρόντιζαν για την ομαλή ζωή των μελών τους. Όμοια με τις κοινότητες συνέβαλλαν στην οικονομική, διοικητική και πολιτική αυτονομία των μελών τους.

Η δομή της συντεχνίας

Στη δομή της, η συντεχνία, αποτελείται από τρεις βασικούς συντελεστές: τον μάστορα, τον κάλφα το βοηθό του μάστορα και το τσιράκι ή μαθητευόμενο. Αρχηγός της συντεχνίας ήταν ο πρωτομάστορας, ο εκλεγμένος εκπρόσωπός της και μεσολαβητής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων. Πέραν της φροντίδας για τη συλλογή των φόρων, ήταν υπεύθυνος για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των μαστόρων[2], καθόριζε τις τιμές των ειδών που κατασκεύαζαν ή εμπορεύονταν, όριζε τα ημερομίσθια, εξασφάλιζε γρήγορη και συμφέρουσα προμήθεια των πρώτων υλών από τους τόπους της παραγωγής τους και μεριμνούσε για τη δίκαιη κατανομή τους[3]. Τα περισσότερα ισνάφια διέθεταν μεγάλα οικονομικά αποθέματα που ήταν αποτέλεσμα της μηνιαίας ή ετήσιας εισφοράς των μελών.

Διοίκηση

Η διοίκηση της συντεχνίας στηρίχθηκε αρχικά σε άγραφους νόμους, οι οποίοι καθόριζαν με σαφήνεια τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των αρχηγών, των μαστόρων και των τεχνιτών. Η πολυσχιδής όμως δράση και η αύξηση των μελών των συντεχνιών, οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας καταστατικών, τα οποία εγκρίνονταν πρώτα στη γενική συνέλευση της συντεχνίας και στη συνέχεια επικυρώνονταν από την Εκκλησία[4]. Ο ρόλος των συντεχνιών δεν περιορίστηκε μόνο στα επαγγελματικά ζητήματα, αλλά προεκτάθηκε σε μια ευρύτερη κοινωνική δράση. Ανέδειξαν τη συνεργατική ιδέα, υπηρετώντας ταυτόχρονα τον κοινωνικό τομέα σύμφωνα με το παράδειγμα των Αδελφάτων ή Αδελφοτήτων[5], διατηρώντας ταμείο αλληλεγγύης για την υποστήριξη των μελών σε περίπτωση ανάγκης. Παράλληλα είχαν και τον έλεγχο στην εκπαίδευση. Η ομάδα του κάθε μάστορα συνδεόταν με δεσμούς πατριαρχικής ιεραρχίας. Η τέχνη περνούσε από γενιά σε γενιά και για να γίνει κανείς τεχνίτης, έπρεπε να ξεκινήσει ως μαθητευόμενος από πολύ μικρή ηλικία.

Μονοπώλιο

Οι συντεχνίες μονοπωλούσαν το επάγγελμά τους και το κάθε επάγγελμα απαρτιζόταν από διάφορες ειδικότητες, η κάθε μια είχε ξεχωριστή συντεχνία. Το ισνάφι π.χ. των χρυσοχόων διακρινόταν στην Πόλη σε είκοσι πέντε ειδικότητες, π.χ. χρυσικούς ή αργυροχόους που είχαν ειδικευτεί σε μια συγκεκριμένη τεχνική. Περίπτωση σχηματισμού συντεχνίας από άλλες παρεμφερείς ειδικότητες είναι αυτή των τεκτόνων, που αποτελείτο από τεχνίτες ειδικευμένους στην οικοδομική: χτιστάδες, σοβατζήδες, νταμαρτζήδες, μαρμαράδες–πελεκάνους, μαραγκούς κ.ά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συντεχνία των μαστόρων–χτιστάδων στα Ιωάννινα, που αποτελείτο από 450 περίπου μέλη.

Οι μεγάλες συντεχνίες ήκμασαν κυρίως στις πόλεις που ήταν συγκοινωνιακοί κόμβοι. Εκεί συγκέντρωναν τα βιοτεχνικά προϊόντα της οικιακής ή εργαστηριακής τέχνης που παράγονταν στα χωριά. Συντεχνίες αναπτύχθηκαν και σε περιοχές που δεν ήταν αστικά κέντρα, όπως η Χίος και τα Αμπελάκια, τα οποία ήταν οργανωμένα συνεταιρικά με έμπορους, κεφαλαιούχους και τεχνίτες- μάστορες. Ωστόσο σε ορισμένες περιοχές το σύστημα των συντεχνιών οργανώθηκε σε ακόμη μεγαλύτερους σχηματισμούς, δημιουργώντας ιδιαίτερες κοινότητες που αυτοδιοικούνταν με πνεύμα δημοκρατικό και συνεταιρικό.

Στην πορεία του χρόνου οι συντεχνίες, αν και έπαψαν να υφίστανται -στην πρωτογενή μορφή τους τουλάχιστον-, ως απότοκες οργανώσεις αστικής προβιομηχανικής ζωής μετεξελίχθηκαν για να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που επέφερε ο εκβιομηχανισμός στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου και του 20ου αιώνα

ΠΗΓΉ:Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια