*

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο Τέκτονας Παναγιώτης Δαγκλής



(Σημ.Αναδημοσίευση από το Blog http://tektonesagriniou.blogspot.gr/)

Αδ. Παναγιώτης Δαγκλής 1853-1924
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΑΓΚΛΗΣ 

ΕΝΑΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΕΚΤΟΝΑΣ


1) Η οικογένεια Δαγκλή 

Το ελληνικό επώνυμο Δαγκλής ή Νταγκλής το έφερε ισχυρή πολεμική οικογένεια από το Σούλι, μέλη της οποίας αναφέρονται στους αγώνες κατά του Αλή Πασά και αργότερα ως αγωνιστές στην Επανάσταση του 1821. Η οικογένεια των Δαγκλήδων από το 1834 μαζί με άλλες οικογένειες Σουλιωτών, εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο. 

Κατά την διάρκεια των χρόνων της επανάστασης οι πρόγονοί του (και κυρίως ο παππούς του Γιώτης Δαγκλής), έδρασαν στον χώρο της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Τα ίδια έτη και στις ίδιες περιοχές ανέπτυξε στρατιωτική δραστηριότητα ο Ιωάννης Μελάς (1787-1834) αγωνιστής του '21, παρών στην έξοδο του Μεσολογγίου αλλά και με πολιτική δράση ως διοικητής Ναυπάκτου, Πάτρας και Αιγίου με έδρα την Ναύπακτο. Βρέθηκε και πολέμησε στα ίδια μέρη με τον παππού του Δαγκλή, Γιώτη (Παναγιώτη) επίσης ήρωα της Επανάστασης του 1821. Οι δύο οικογένειες θα βαδίσουν παράλληλα σε όλους τους αγώνες του Έθνους, αλλά και στις ειρηνικές στιγμές για τα επόμενα 120 χρόνια. 


2) Γέννηση και πρώτα χρόνια 

Η γέννηση του αδ. Παναγιώτη Δαγκλή έγινε το 1853 και επ’αυτού δεν υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των διαφόρων πηγών παρά την έλλειψη ακριβούς ημερομηνίας. Οι ιστορικές και ληξιαρχικές πηγές δεν είναι όλες σύμφωνες στον ακριβή τόπο γέννησης και αυτό λόγω των συχνών μετακινήσεων της οικογενείας του (ο πατέρας του Γεώργιος Δαγκλής ήταν επίσης στρατιωτικός), όπως επίσης και της ελλειματικής οργάνωσης των Κρατικών Υπηρεσιών εκείνη την εποχή. Οι 2 πιο πιθανές εκδοχές είναι:  

α) Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αγρίνιο (οι περισσότερες και ανεξάρτητες πηγές συμφωνούν με αυτή την εκδοχή). 

β) Γεννήθηκε στην Αταλάντη, μεγάλωσε στη Στυλίδα και αργότερα σε ηλικία 9 ετών έφτασε στο Αγρίνιο, όπου εγκαταστάθηκε οριστικά πλέον η οικογένειά του (σύμφωνα με τοπικές και περιφερειακές πηγές). 

Ανεξάρτητα από ποιά από τις δύο εκδοχές είναι η πραγματική, όλες οι πηγές συμφωνούν πως ο Δαγκλής μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Αγρίνιο, γεγονός που τον καθιστά τέκνο της πόλης του Αγρινίου. 

Ο Παναγιώτης Δαγκλής νυμφεύθηκε την Σοφία Μόστρα, αδελφή της Ειρήνης Μόστρα η οποία ήταν νυμφευμένη με έναν άλλο ήρωα των Βαλκανικών πολέμων , τον Κωνσταντίνο Σμολένσκη . Οι αδελφές Μόστρα ήταν γόνοι (από την πλευρά της μητέρας τους) της οικογένειας Μελά , μέλος της οποίας ήταν ο ήρωας Μακεδονομάχος και τέκτονας Παύλος Μελάς. 

Το ζεύγος απέκτησε μια κόρη, την Ελένη Δαγκλή, ενώ τα μετέπειτα μέλη της οικογένειας διέπρεψαν στον νομικό και διπλωματικό χώρο. 



3) Η πορεία του ως στρατιωτικός 

i. Σχολή ευελπίδων και πρώτα έτη 


Ως Εύελπις το 1870
Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1877 ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, πρώτος στην τάξη του (αριθμός στρατιωτικού μητρώου 1336). 

Η ένταξή του στο σώμα του πυροβολικού τον βοήθησε στην μετέπειτα στρατιωτική του εξέλιξη. 

Θα πρέπει να τονισθεί ότι σημαντικό ρόλο και μεγάλο μερίδιο στην ελληνική ανεπανάληπτη επιτυχία των Βαλκανικών Πολέμων (στους οποίους διέπρεψε ο αδελφός Δαγκλής), είχε το Πυροβολικό Σώμα που επανδρώθηκε με επίλεκτα στελέχη του στρατεύματος και εξαιρετικούς στρατιώτες, που δημιούργησαν μύθους γύρω από την ανδρεία τους, την ευφυΐα τους και τον ενθουσιασμό τους. 

Κατά την διάρκεια των σπουδών του συναναστράφηκε με συμμαθητές της σχολής Ευελπίδων, οι οποίοι αποδείχτηκαν επίσης εξαίρετοι πατριώτες και τέκτονες. Όλοι μαζί θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στους αγώνες που κλήθηκε το Έθνος στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Τα θεμέλια για τον μελλοντικό ήρωα είχαν τεθεί. 

Το 1880 προβιβάστηκε σε υπολοχαγό, το 1883 σε λοχαγό, το 1892 σε ταγματάρχη, το 1902 σε αντισυνταγματάρχη, το 1907 σε συνταγματάρχη, το 1911 σε υποστράτηγο και το 1913 σε αντιστράτηγο. 

Ο Δαγκλής υπηρέτησε σε ηγετικές θέσεις στο στρατό κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και των βαλκανικών πολέμων. 

Αποστρατεύτηκε το 1920. 


ii. Η νίκη στον πόλεμο του 1897 

Στον ατυχή πόλεμο του 1897 ο Δαγκλής, με διοικητή τον Αγρινιώτη και Σουλιώτη αντιστράτηγο Δημήτριο Μπαϊρακτάρη (μελλοντικό Φρούραρχο των Αθηνών που το ονομά του συνδέθηκε με την καταπολέμηση των κουτσαβάκηδων), πέτυχαν την μοναδική νίκη του πολέμου εκείνου, στο Γρίμποβο, έξω από την Άρτα. Την ίδια χρονική στιγμή, ο Σμολένσκη αμύνθηκε υποδειγματικά στο μέτωπο της Θεσσαλίας, κάτι που παρά την υποχώρηση τού απέδωσε την τιμή της προαγωγής σε υποστράτηγο. 


iii. Η παράδοση της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων 

Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου 1912 μπήκε στη Θεσσαλονίκη ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Παναγιώτης Δαγκλής και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο. 

Ελάχιστες ώρες νωρίτερα, στη 1:30 μετά τα μεσάνυχτα, είχε υπογραφεί στο Διοικητήριο το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό, το οποίο είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα από τον τότε έφεδρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη. Από την ελληνική πλευρά συνυπέγραψαν ο ταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς και από την τουρκική πλευρά ο Χασάν Ταχσίν Πασάς. 

Ο Παναγιώτης Δαγκλής ήταν αυτός που παρέλαβε από τον Τούρκο στρατιωτικό Διοικητή τα απελευθερωμένα Ιωάννινα. 


iv. Άλλες μάχες και περαιτέρω εξέλιξη 

Δοϊράνη, Σκρά, Γρίμποβο, Μπιζάνι, Φλώρινα είναι μερικά μόνο από τα μέρη που πολέμησε. Πάντα στην πρώτη γραμμή και πάντα σε μάχιμες πάντα θέσεις 

Κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία ο Παναγιώτης Δαγκλής αναλαμβάνει Αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού στις συμμαχικές στρατιές της Ανατολής, με δικαιοδοσίες στη διοίκηση, εκπαίδευση, παράσταση και πειθαρχία του στρατού. 

Σε διάφορες χρονικές στιγμές υπηρέτησε ως Διευθυντής στην Σχολή Ευελπίδων, Φρούραρχος της Χωροφυλακής στην Αθήνα και πολλές άλλες θέσεις ευθύνης. 


v. Το πυροβόλο Σνάιντερ - Δαγκλή 


Πυροβόλο Σνάιντερ - Δαγκλή
Ένα από τα πυροβόλα που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στις μεγάλες μάχες του 1912-13 ήταν ελληνικής εμπνεύσεως και ας ήταν γαλλικής κατασκευής. Πρόκειται για το ορειβατικό πυροβόλο Σνάιντερ - Δαγκλή, το πυροβόλο που έγινε θρύλος, εφευρέτης του οποίου ήταν ο ίδιος ο Δαγκλής. 

Οι απεσταλμένοι της παρισινής «Journal» και της «Daily Telegraph» έγραψαν ότι το ελληνικό Πυροβολικό εντυπωσίασε τους αντιπάλους Τούρκους. Μάλιστα οι απλοϊκότεροι από αυτούς πίστευαν ότι τις βολές των Ελλήνων διευθύνει ο ίδιος ο Αλλάχ, που αποφάσισε να εξολοθρεύσει τους μουσουλμάνους, εξαιτίας των πολλών αμαρτημάτων τους. 

Πρόκειται για λυόμενο ορειβατικό πυροβόλο των 75 χιλ. που είχε τη δυνατότητα να μεταφέρεται σε τρία τεμάχια (τρεις φόρτους) με μουλάρια ακόμη και σε δυσπρόσιτα ορεινά μέρη. Η συναρμολόγηση μπορούσε να γίνει μόλις σε 1,5 λεπτό, από εκπαιδευμένους στρατιώτες. Ήταν ευθύβολο και ακριβές και επετύγχανε 20 βολές ανά πρώτο λεπτό. Την κατασκευή του ανέλαβε η Γαλλική Εταιρεία Σνάιντερ και δόθηκε η φίρμα Σνάιντερ - Δαγκλή. Το πυροβόλο αυτό είχε μεγάλη επιτυχία διεθνώς. 

Θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Δαγκλής παραχώρησε την εφεύρεσή του, χωρίς ο ίδιος να την εκμεταλλευθεί εμπορικά και να πλουτίσει, αποδεικνύοντας τον ιδεαλισμό και την αφιλοκέρδειά του. 


4) Η πορεία του ως πολιτικός 

Το 1912, παρά την στρατιωτική του ιδιότητα, συμμετείχε στο συνέδριο Ειρήνης του Λονδίνου, συνοδεύοντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο. 

Το 1914 άφησε το στρατό και εισήλθε στην πολιτική, προσχωρώντας στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 1915 εξελέγη βουλευτής Ηπείρου. 

Έγινε Υπουργός των Στρατιωτικών και υποστήριξε τον Βενιζέλο κατά τη διένεξή του με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο το 1916, συμμετέχοντας με τον Παύλο Κουντουριώτη στην τριανδρία της "προσωρινής κυβέρνησης της Εθνικής Αμύνης". 

Το 1921 ο Δαγκλής διαδέχτηκε τον Βενιζέλο στην προεδρία του κόμματος των Φιλελευθέρων, μετά την εκλογική ήττα του τελευταίου στις εκλογές του 1920. 

Κατά την διάρκεια του Εθνικού Διχασμού το Δημοτικό Συμβούλιο Αγρινίου αποφάσισε σαν εκδήλωση αποδοκιμασίας την διαγραφή του από τα μητρώα του Δήμου, αλλά μεταγενέστερα η απόφαση αυτή ανακλήθηκε. 


5) Ο τεκτονισμός και η συμμετοχή σε μυστικές «εταιρείες» 

Ο αδ. Δαγκλής ήταν μέλος της στοάς «Αθηνά», όπως επίσης και ο αδ. Παύλος Μελάς. Σε άλλες στοές ήταν μέλη οι συμμαθητές και συμμαχητές του Βίκτωρ Δούσμανης, Τσόντος Βάρδας και πλείστοι αξιωματικοί που συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα και τους ένδοξους Βαλκανικούς. 

Όλα τα στοιχεία της εισόδου του και της μετέπειτα εξέλιξής του βρίσκονται στα αρχεία της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Είναι σίγουρο ότι η τεκτονική φιλοσοφία τού ενίσχυσε το αίσθημα της ελευθερίας και της αυτοθυσίας για το καλό του συνανθρώπου του. 

Είναι γνωστό ότι ο τεκτονισμός απαγορεύει ρητά την συζήτηση θρησκευτικών και πολιτικών θεμάτων εντός των στοών. Δεν απαγορεύει όμως στον τέκτονα να πολιτεύεται. Ούτε απαγορεύει την προσπάθεια για βελτίωση της κοινωνίας, ούτε φυσικά την υπεράσπιση της τιμής και των ιερών της Πατρίδας. 

Αυτός είναι ο λόγος που τέκτονες δημιούργησαν μυστικές εταιρείες (όπως την Φιλική Εταιρεία), ενώ οριοθέτησαν το φιλοσοφείν και την εσωτερική βελτίωση τους εντός των τειχών της στοάς τους. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όλοι οι συμμετέχοντας στις μυστικές εταιρείες ήταν τέκτονες. Όμως, η βάση και η φιλοσοφία των «εταιρειών» ήταν ξεκάθαρα τεκτονικής προελεύσεως, δομής και φιλοσοφίας, κάτι που αποδέχονται οι πιο έγκριτοι ιστορικοί. Αυτό θα δειχθεί και στην συνέχεια του κειμένου. 

Ο αδ. Δαγκλής ίδρυσε μαζί με άλλους ή διετέλεσε μέλος σε 4 τουλάχιστον μυστικές εταιρείες, στρατιωτικού σχεδιασμού και απελευθερωτικού προσανατολισμού. 


i. Εθνική Εταιρεία (1894) 

Το όνομα Εθνική Εταιρεία έφερε ελληνική μυστική οργάνωση, κυρίως από στρατιωτικούς, που συστάθηκε στην Αθήνα τον Μάιο του 1894, με την πρώτη τότε απλή επωνυμία "Εταιρεία". Απευθυνόμενη προς τους Έλληνες «εν ονόματι του Θεού και της Πατρίδος» φερόμενος κύριος σκοπός της, όπως καταγράφεται στο καταστατικό του 1895, ήταν «η αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος, η επαγρύπνηση επί των συμφερόντων των δούλων Ελλήνων» και η «προπαρασκευή της απελευθέρωσης αυτών δια πάσης θυσίας». 

Η Εθνική Εταιρεία οργανώθηκε κατά το σύστημα της Φιλικής Εταιρείας σε συνδυασμό με το αυστηρό απόρρητο τυπικό των Τεκτόνων. 

Συστήθηκε την άνοιξη του 1894, αποτελούμενη αρχικά από 14 μέλη και αποκλείοντας από αυτή αξιωματικούς με βαθμό ανώτερο του υπολοχαγού. Η αρχή αποδοχής μόνο χαμηλόβαθμων αξιωματικών παραβιάστηκε πολύ γρήγορα. 


Το έμβλημα της Εθνικής Εταιρείας
Τα πρώτα στελέχη της προέρχονταν από παλαιότερη οργάνωση που έφερε το όνομα «Εθνική Άμυνα» που είχε δράσει στην Κρήτη και τη Θεσσαλία. Ιδρυτές της Εθνικής Εταιρείας, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ήταν οι στρατιωτικοί Χρ. Σουλιώτης, Πέτρος Λυκούδης και Αλ. Σοφιανός, οι οποίοι και την συνέστησαν το 1894. 

Ακολούθησε μύηση και άλλων αξιωματικών, αλλά και προσώπων που κατείχαν εξαιρετικές θέσεις στην τότε Αθηναϊκή κοινωνία όπως καθηγητές, δικαστικοί κ.λ.π. Στην ομάδα πρωτοστάτησαν οι Λ. Φωτιάδης, Γ. Σουλιώτης, Κ. Πάλλης, και Παύλος Μελάς, ενώ οι πλέον ενεργοί πυρήνες της βρίσκονταν στο Άργος και το Ναύπλιο. 

Το τμήμα της εταιρείας στο Ναύπλιο ίδρυσε ο Ιωάννης Μεταξάς (επίσης τέκτονας). 

Η αρχή της εισόδου μόνο χαμηλόβαθμων αξιωματικών ήρθη αργότερα ώστε να γίνουν δεκτοί διαπρεπείς αξιωματικοί, όπως ο τότε ταγματάρχης Παναγιώτης Δαγκλής. 

Κατάφερε να προσελκύσει σημαντικούς παράγοντες της δημόσιας ζωής, καθώς και διανοούμενους ή καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Νικόλαος Λύτρας, ο Κωστής Παλαμάς, ο Νικόλαος Πολίτης και άλλοι. Χάρη στο μυστήριο που την περιέβαλε και την "αόρατη δύναμη" της "υπέρτατης Αρχής" της, η εταιρεία επεκτάθηκε και εκτός των τότε συνόρων, στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, εξασφαλίζοντας έτσι τεράστια οικονομικά μέσα αλλά και ασφαλώς εξίσου μεγάλη ηθική επιρροή. Την άνοιξη του 1896 η Εθνική Εταιρεία αριθμούσε ήδη 56 παραρτήματα σε διάφορες ελληνικές πόλεις της τότε Ελλάδας (που σημαίνει σχεδόν σε όλες), με 83 υποοργανώσεις στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ενώ ο συνολικός αριθμός των μελών της υπολογιζόταν σε 3.185 ενεργά μέλη. 

Ο αδ. Δαγκλής, μέλος της Εθνικής Εταιρείας, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο. Μέλη της Εθνικής Εταιρείας πολέμησαν στον πόλεμο του 1897 (όπως και ο ίδιος). Ο πόλεμος παρά τους ευγενείς και πατριωτικούς στόχους του κατέληξε σε οδυνηρή ήττα για την Ελλάδα, κάτι που αποδεικνύει ότι ο ενθουσιασμός και το πάθος δεν αρκούν, αλλά πρέπει να υποστηρίζονται από επαρκή προετοιμασία και κυρίως να προκαλούν ζυμώσεις μόνο όταν οι συνθήκες είναι πραγματικά ώριμες. 


ii. Μακεδονικό Κομιτάτο (1904) 


Η σφραγίδα του Μακεδονικού Κομιτάτου
Τον Μάιο του 1904 ιδρύεται στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο, όπου συσπειρώνονται οι παλαίμαχοι της Εθνικής Εταιρείας, ο δραστήριος κύκλος του Μακεδόνα πολιτικού Στέφανου Δραγούμη, μέλη των άλλων επιτροπών και συλλόγων καθώς και εκπρόσωποι του κράτους. Ψυχή της προσπάθειας ήταν ο Δημήτρης Καλαποθάκης, διευθυντής της εφημερίδας "Εμπρός" που αναδείχθηκε στο δημοσιογραφικό όργανο του Κομιτάτου. 

Το 1908 η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στο Μακεδονικό Κομιτάτο, στο οποίο εντάχθηκε και ο Συνταγματάρχης Παναγιώτης Δαγκλής. 

Μετά το θάνατο του Παύλου Μελά ανέλαβε την αρχηγία και το συντονισμό του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Παρμενίων». Είχε την ευθύνη του στρατιωτικού σκέλους του εξωθεσμικού μακεδονικού κομιτάτου των Αθηνών για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης. 


iii. Πανελλήνια Οργάνωσις (1908) 

Οι Έλληνες της Θράκης και της Μακεδονίας κινητοποιούνται ήδη από το 1903 για να αντιμετωπίσουν τους κομιτατζήδες. Η διαμάχη εντείνεται κατά τα έτη 1905 και 1906. 

Στις αρχές του 1908 ιδρύεται στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) η πρώτη ενεργή επαναστατική οργάνωση στη Δυτική Θράκη η «Πανελληνία Οργάνωσις» με επικεφαλής τον Στυλιανό Γονατά. Μέλη της επιτροπής στο Διδυμότειχο ήταν οι Αριστ. Παπαγιαννόπουλος, Νικ. Πετζόγλου, Εμ. Παναγιώτου, Ε. Γιαουρτσόγλου, ενώ σημαντικές υπηρεσίες πρόσφεραν οι Δ. Μανάκας και Θ. Σεϊτανίδης. 

Τη διοίκηση της οργάνωσης ανέλαβε ο τότε συνταγματάρχης Παναγιώτης Δαγκλής, δηλώνοντας ξανά παρών στο κάλεσμα του έθνους. 


iv. Ηπειρώτικη Εταιρεία ή Ηπειρωτικό Κομιτάτο (1913) 

Στις 17 Δεκεμβρίου 1913 όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας να αποδώσουν το βόρειο τμήμα της Ηπείρου στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Αν η Ελλάς δεν συμμορφωνόταν δεν θα της επιδικάζονταν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Έτσι από τα μέσα Φεβρουαρίου ο Ελληνικός Στρατός έπρεπε να αρχίσει την αποχώρηση του από τις περιοχές Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα, Τεπελενίου, Χειμάρρας και Κορυτσάς που είχε απελευθερώσει λίγους μήνες πριν. 

Όμως οι Ηπειρώτες της Αθήνας που υπηρετούσαν σε καίριες θέσεις του δημόσιου βίου, αποφάσισαν να ιδρύσουν την Ηπειρωτική Εταιρεία. Κατά κάποιο τρόπο είναι αντίστοιχη με αυτή των Φιλικών, με σκοπό την απελευθέρωση της Ηπείρου. 

Στην εταιρεία ήταν μυημένοι αξιωματικοί Ηπειρώτες που υπηρετούσαν στον Ελληνικό στρατό. 


Το έμβλημα της Ηπειρωτικής Εταιρείας
Στις 25 Μαρτίου 1906 ιδρύεται από τον Υπομοίραρχο Σπυρομήλιo και με τη συνεργασία εξεχόντων Ηπειρωτών, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Αξιωματικοί, η Ηπειρωτική Εταιρία που είναι γνωστή σαν Ηπειρωτικό Κομιτάτο και η οποία συγκροτεί τις Διευθύνσεις Αργυροκάστρου, Πρεβέζης και Ιωαννίνων. Σημαντικότερη δράση παρουσίασε η Α΄ Διεύθυνση Ιωαννίνων. Η Εταιρεία εκτός των πληροφοριών με τις οποίες ενημέρωνε το ελεύθερο κράτος μέσω του Ελληνικού Προξενείου των Ιωαννίνων, άρχισε να μυεί και να οργανώνει ομάδες σε όλη την Ήπειρο τις οποίες εξόπλιζε μυστικά κυρίως μέσω της λίμνης Παμβώτιδος. 

Ο οπλισμός που διακινήθηκε προς τις ομάδες αυτές ανήλθε σε περίπου 2.500 όπλα. 

Στην εταιρεία εκτός των στρατιωτικών οργανώθηκαν και επιστήμονες. Ακόμη και καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφοι και λόγιοι όπως ο καθηγητής Πανταζής, ο λόγιος Χρήστος Χρηστοβασίλης, ο Καπράνος, ο Παναγιώτης Δαγκλής Αντ/ρχης Πυροβολικού, ο δημοσιογράφος Γεώργιος Γάγαρης, ο Αυγερινός Αβέρωφ πολιτικός. Οι ανωτέρω αποτέλεσαν το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. 

Πρόεδρος ανέλαβε ο αδ. Δαγκλής διότι ήταν και υπαρχηγός του στρατού. 

Η μετάδοση των πληροφοριών γινόταν με μυστικό κρυπτογραφικό κώδικα η δε μεταφορά της αλληλογραφίας γινόταν με ειδικούς ταχυδρόμους, με χωρικούς βοσκούς και αγωγιάτες ή με τους αμαξάδες που μετέφεραν την αλληλογραφία σε ειδικές κρύπτες. 

Η συμβολή της Ηπειρωτικής Εταιρίας από το 1906 μέχρι την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο 1912 μπορεί να συνοψιστεί σε δυο βασικές ενέργειες: 

- Στη στρατολόγηση πλέον των 3.200 ενόπλων μελών εντεταγμένων σε 60 εθελοντικές ομάδες και ανταρτικά σώματα σε όλη την κατεχόμενη Ήπειρο οι οποίες ενήργησαν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων Αλβανών και Τσάμηδων στην Πρέβεζα, Καναλάκι, Γλυκύ, Γαρδίκι, Παραμυθιά, Μανωλιάσα, Χειμάρρα και Πρεμετή. 

- Στην καθημερινή ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου με εκθέσεις και αναφορές για τη διάταξη και δύναμη του Τουρκικού στρατού στη Ήπειρο. 

Μεγάλος αριθμός κληρικών ήταν μέλη της Ηπειρωτικής Εταιρείας. Οι ναοί και τα μοναστήρια, μετατράπηκαν σε αποθήκες οπλισμού και κρυψώνες για τους διωκομένους. 

Στο θέμα των δυνάμεων που θα απαιτούνταν για την κάλυψη των Βορείων επαρχιών της Ηπείρου, ύστερα από έντονες συζητήσεις και αντεγκλήσεις, μεταξύ των αντιπροσώπων πάνω σε διάφορες προτάσεις και εισηγήσεις που έγιναν, θεωρήθηκε ως αναγκαία για τον ένοπλο αγώνα δύναμη 10.000 – 12.000 αντρών.

Τα σχετικά με τη συγκρότηση δυνάμεως προβλήματα θα αντιμετωπίζονταν από την «Οργανωτική Επιτροπή», εκτελεστικό όργανο της Συνελεύσεως, που επρόκειτο να συγκροτηθεί. 

Τελικά η Συνέλευση αποδέχθηκε να κληθούν και να συγκροτήσουν την «Οργανωτική Επιτροπή»,οι: Γεώργιος Ζωγράφος, Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής και οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων και Κορυτσάς Γερμανός. 

Στο τέλος Δεκεμβρίου 1913 ανακλήθηκε στην Αθήνα ο Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής, τον οποίο αντικατέστησε ο Υποστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας. Η απομάκρυνση του Δαγκλή από τα Ιωάννινα συσχετίσθηκε με το θέμα της Βορείου Ηπείρου που μόλις είχε δημιουργηθεί και αποδόθηκε σε αξιώσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. 

Από την Κέρκυρα ο Μητροπολίτης Βασίλειος έστειλε στο Δαγκλή συγκινητική επιστολή, στην οποία εκφραζόταν η απόγνωση του Ηπειρωτικού λαού για την τροπή που έπαιρνε το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου: 

«… Αν δεν δύναται να μας βοηθήσει ούτε εμμέσως χάριν των γενικότερων συμφερόντων του Έθνους, δεν λέγω του Ελληνισμού, καθότι και η Ήπειρος είναι Ελληνική, δεν είναι μόνον αι Νήσοι Ελληνικαί, τότε να παρακληθή να μας αφήσει ελευθέρους να σκεφθώμεν, ενεργήσωμεν, αποφασίσωμεν περί της σωτηρίας μας, της ανεξαρτησίας μας και μη μας θεωρή ως RES (πράγματα) ή ανταλλάγματα…».

Η απάντηση του Δαγκλή με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα και ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 1914, προς τον Μητροπολίτη Βασίλειο στην Κέρκυρα ήταν αρνητική: 

«…Βασιλεύς και Κυβέρνησις θεωρούσιν επιζημίαν εις συμφέροντα Ελληνισμού άμυναν Ηπειρωτών και ου μόνον ουδεμίαν δύνανται παράσχειν έμμεσον επικουρίαν, αλλά και ρητώς απαγορεύουσιν ανάμιξιν εις πάντα αξιωματικόν και στρατιώτην… αναγκάζομαι καταπνίξαι αισθήματα μου και μη αποδεχθήναι γενομένην μοι μεγίστην τιμήν…».

Βλέπουμε στο σημείο αυτό πως ο Παναγιώτης Δαγκλής δεν επαναλαμβάνει το λάθος να προστρέξει σε επιπόλαιες στρατιωτικές ενέργειες, ανάλογες με αυτές του 1897, αλλά (με πόνο ψυχής) αναβάλει τις επόμενες κινήσεις του έως ότου οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν.

Η Ηπειρωτική Εταιρεία, κατ’αντιστοιχία με τον τεκτονισμό, διέθετε 3 βαθμούς μύησης . Η οργάνωση ήταν συνωμοτική και μυστική, οπότε ο κάθε εγγραφόμενος έπρεπε να μυηθεί από κάποιο μέλος και να ελεγχθεί για τη σοβαρότητα του. Ο ανώτερος βαθμός μύησης ήταν ο «εταίρος», δεύτερος ήταν ο «αδελφός» και ο τρίτος ο «ελευθερωτής» ο οποίος ήταν και ο κατ’ εξοχήν εκτελεστικός. Κάθε πρόσληψη και ένταξη ακολουθεί μια σειρά βημάτων με πρώτη την υπόδειξη του ατόμου, παρακολούθηση και έλεγχος, η πρόταση για αποδοχή, ακολουθούσε η μύηση και τέλος ο όρκος. Κάθε βαθμός είχε και το ειδικό κείμενο του όρκου για του μυημένους.

Η ορκωμοσία των μυημένων γινόταν κυρίως σε εκκλησίες και μοναστήρια από τους ιερείς. Στην μητρόπολη ορκιζόταν οι αδελφοί. Και στην Αγία Αικατερίνη οι εταίροι και οι ελευθερωτές. 


Ο όρκος εθελοντή του Ηπειρωτικού Κομιτάτου 

Παραθέτουμε μια περιγραφή της ορκωμοσίας όπως έχει σωθεί έως σήμερα : 

Ο Κ., άναψε ένα κηρί, στάθηκε από ένστικτο μπροστά στο δικέφαλο αετό – το σύμβολο αυτό της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου – που ήταν σκαλισμένος στις πλάκες, στη μέση της εκκλησίας, έκαμε σταυροκοπούμενος τρεις μετάνοιες, και προχώρησε προς την ωραία Πύλη.Εκεί μπροστά, επάνω στο δισκέλιο, ήταν τοποθετημένο πάνω σε μικρή μεταξωτή σημαία, ένα ασημωμένο Ευαγγέλιο και πάνω σ’αυτό βαλμένα χιαστί ένα γιαταγάνι και ένα περίστροφο.

Η ωραία Πύλη άνοιξε, στο βάθος η Αγία Τράπεζα με τον Εσταυρωμένο κρεμασμένο επί ξύλου, ο κατηχητής, περιβεβλημένος μακρύ μαύρο ράσο και με μια μαύρη προσωπίδα προχώρησε από το ιερό με αργό βήμα προς την ωραία Πύλη, με βαθειά φωνή υπέμνησε στον μυούμενο τις βαρύτατες συνέπειες του όρκου του, τις παραδόσεις του τόπου του, τις υποχρεώσεις προς το Έθνος του, και τον κάλεσε ν’ απαντήσει ελεύθερα, εάν είναι παρασκευασμένος ν’ αναλάβει το μεγάλο χρέος, αλλά και την μεγάλη ευθύνη της εισόδου στην απελευθερωτική οργάνωση. Ο Κ. απάντησε με σταθερή φωνή καταφατικά.Τότε τον κάλεσε να γονατίσει, να θέσει το χέρι πάνω στο Ευαγγέλιο και απήγγειλε τον φρικτό όρκο, με τον οποίο υποσχόταν να χύσει και την τελευταία ρανίδα του αίματος του υπέρ της Ελευθερίας της Ηπείρου. Ο Κ. επαναλάμβανε κάθε λέξη με καταφανή συγκίνηση :

"Ορκίζομαι επί του ιερού ευαγγελίου, εις το όνομα της μιάς και αδιαιρέτου και ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μου πατρίδος Ηπείρου όταν διαταχθώ πρός τούτο, και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περί του σκοπού και του έργου της εταιρείας, εν ή δε περιπτώσει φανώ επίορκος να υφίσταμαι τας συνεπείας του περί ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος".


6) Η ανάπαυση του πολεμιστή 

Ο Παναγιώτης Δαγκλής απεβίωσε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου το 1924 και ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με πλήρεις στρατιωτικές τιμές. 


7) Επιμύθιο - Μερικά ερωτήματα 

Ο αδ. Δαγκλής πολέμησε για τα ιδανικά της ελευθερίας της Πατρίδας και για το δικαίωμα του υπόδουλου να ζει ελεύθερος. Όπως πολλοί άλλοι εντάχθηκε στις τάξεις του τεκτονισμού σε αναζήτηση απαντήσεων για τα προαιώνια φιλοσοφικά ερωτήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Βίωσε τον τεκτονισμό σε προσωπικό επίπεδο, διότι ο ίδιος ο τεκτονισμός είναι βιωματικός και συνεπώς διαφορετικός για τον κάθε τέκτονα. 

Η θητεία του στα τεκτονικά εργαστήρια δεν τον εμπόδισε να είναι σωστός οικογενειάρχης, άξιος στρατιωτικός, αγνός ιδεολόγος και μαχητικός διεκδικητής των ιδεών του. Αντίθετα, η τεκτονική ιδιότητα του ενίσχυσε το αίσθημα της προσωπικής θυσίας υπέρ όσων ήταν καταπιεσμένοι, στερούμενοι το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας. 

Αναλογιζόμενοι την ζωή του αειμνήστου Παναγιώτη Δαγκλή, καλούμαστε να απαντήσουμε όσοι από εμάς το επιθυμούν, σε ερωτήματα άξια προς σκέψη: 

- Αν ζούσα εκείνη την εποχή θα έπραττα παρόμοια; 

- Σήμερα, που δεν τίθεται θέμα στρατιωτικής δραστηριότητας έναντι άλλων λαών, θα συμμετείχα σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους όποιους δυνάστες της; 

- Ποιόν τρόπο θα επέλεγα; Την απευθείας σύγκρουση (ατομική ή συλλογική) ή θα προτιμούσα να προετοιμάσω τον εαυτό μου ώστε να γίνω παράγειγμα και για τους άλλους; 

- Τα εργαλεία του ορθού λόγου , που χρησιμοποιεί ο τέκτονας για την πνευματική του βελτίωση , θεωρώ ότι θα χρησίμευαν και σε εμένα όπως σε τόσες άλλες προσωπικότητες στο παρελθόν και στο παρόν; 

- Θα ήθελα να συμμετέχω σε μια ομήγυρη προβληματισμού και αναζήτησης, εμπνεόμενη από τα ιδανικά ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ - ΙΣΟΤΗΤΑΣ - ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ, μέσω της οποίας θα μπορέσει να διαχυθεί αυτή η βελτίωση προς την ευρύτερη κοινωνία; 

Όποιες και να είναι οι απαντήσεις, η σκέψη που προηγείται είναι πάντα αυτή που έχει την πραγματική αξία.